«Προθήκες» η νέα ποιητική συλλογή του Σωτήρη Σαράκη

Φωτογραφία: Ηenri Cartier-Βresson
02.07.2016

Άρθρο της κα Ανθούλα  Δανιήλ / ΠΗΓΗ : www.frear.gr

Είκοσι τέσσερις είναι οι τίτλοι της νέας ποιητικής συλλογής του Σωτήρη Σαράκη, με τίτλο Στις Προθήκες. Πρόκειται για τις προθήκες των μουσείων, τα οποία έχει περιηγηθεί και στα εκθέματά τους έχει σταθεί. Σαν σίριαλ με είκοσι τέσσερα επεισόδια μοιάζει η συλλογή, της οποίας κάθε ποίημα αποτελεί και μια ξεχωριστή συναισθηματική κατάσταση, συνέχεια όμως της προηγούμενης. Κοιτάζοντας, με μια πρώτη ματιά, τα ποιήματα καταλαβαίνουμε ότι αναφέρεται σε έργα ταπεινής τέχνης ‒λατρευτικά, χρηστικά, διακοσμητικά‒ τα οποία όμως αποκτούν ένα επιπλέον νόημα πέραν της επιβίωσής τους στο χρόνο ως μάρτυρες μιας εποχής. Κυρίως πίσω από την «ασήμαντη παρουσία» τους, ας πούμε, βρίσκεται η αλήθεια των ανθρώπων που τα χρησιμοποίησαν και με την ταπεινότητά τους κεντρίζουν τη μνήμη και το συναίσθημα του ποιητή, ο οποίος δεν στέκεται εκεί, αδρανής και συγκινημένος αλλά και στοχαστικός, κριτικός, σχολιαστικός και, συχνά, πικρά ειρωνικός.

Η οικειότητα, με την οποία τα περιβάλλει, ανασύρει από το παρελθόν απώτερο και απώτατο, οικείες μνήμες, οικογενειακά πάθη, ιστορίες φίλων και γνωστών. Δεν έχει σημασία από πόσο μακριά τον καλούν τα εκθέματα, αλλά ότι τον καλούν να τα προσέξει και να δει την ανθρώπινη μοίρα, την άφευκτο σπάθη της ιστορίας, την υποταγή στην ανάγκη, να στοχαστεί δηλαδή, τον απλό καθημερινό άνθρωπο που ποτέ δεν ρωτήθηκε, αλλά πάντοτε υποχρεώθηκε να συμμετάσχει σε όλα τα μεγάλα που κλήθηκε, σ’ εκείνα που η ιστορία επέβαλλε ή η καθημερινότητα επέφερε, για να λησμονηθεί τελικά στην ανωνυμία του πλήθους που διέγραψε τη μοναδικότητα του. Τον είπαν «λαό» ή «στρατό» ή, απλώς, έγινε ένας αριθμός στις χιλιάδες που χάθηκαν.

Στον άγνωστο στρατιώτη η πατρίδα έστησε μνημείο. Στον άγνωστο απλό καθημερινό άνθρωπο όχι. Και αυτόν τον επιφανή άγνωστο, ανώνυμο ‒άντρα, γυναίκα, παιδί‒ έρχεται να θυμηθεί ο Σαράκης κοιτάζοντας τα έργα της ταπεινής τέχνης, τα αντικείμενα της καθημερινής χρήσης, τα μικροπράγματα που χωρίς προσπάθεια τον προσελκύουν στον κόσμο τους, τον φτωχό και ταλαιπωρημένο, τον κόσμο το δικό του –τον δικό μας‒ εκεί που μια μάνα, η δική του, η δική μας, η γιαγιά μας, διεκπεραίωνε τις δουλειές της περασμένης πια ζωής της.

Στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα –«Στις Προθήκες»‒ ο ποιητής σε πρώτο πρόσωπο μας ειδοποιεί για την τιμή που οφείλει στον «στιβαρό Ηνίοχο στους Δελφούς», στον «Δία (ή Ποσειδώνα) ‒κραταιό‒ του Αρτεμισίου» και στον «Ωραίο Ερμή του Πραξιτέλη». Ως εδώ όλοι συμφωνούμε και όλοι έχουμε καμαρώσει τους ωραίους που έγιναν αριστουργήματα υψηλής και αθάνατης τέχνης. Ο ποιητής δεν τους αρνείται. Τους στολίζει μάλιστα με τα επίθετα «στιβαρό» τον ένα, «κραταιό» τον άλλο, «ωραίο» τον τρίτο· όμως, μια ιδέα λοξή, κάπως σαν να έρχεται από το βλέμμα του Καβάφη, αισθανόμαστε να αιωρείται, σαν να τον σπρώχνει να δει λίγο αλλιώς τα πράγματα, πέρα από τη λάμψη του μαρμάρου ή του ορείχαλκου στο μεγάλο μουσείο. Η ζωή, άλλωστε, δεν τελειώνει με τους μεγάλους, είναι και οι μικροί και μη μνημονευόμενοι που άφησαν το ίχνος τους, γιατί για ίχνος πρόκειται αν αντιπαραβάλλουμε τα μεγαλοπρεπή με αυτά που με τα χρόνια άρχισαν να συγκινούν τον ποιητή: «σκεύη ταπεινά, χρειώδη/ του καθ’ ημέραν βίου/ κι άλλα ψιλολόγια». Σαν να απολογείται που στέκεται «ώρες» και τα κοιτά. Ωστόσο, επιμένει σαν να μας λέει πως πέραν των μεγάλων και σπουδαίων υπάρχουν και οι απλοί και ταπεινοί που κανείς δεν τους δίνει σημασία και είναι αυτοί σαν τους άγνωστους στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη, όπου οι σπουδαίοι δοξάστηκαν.

Το επόμενο ποίημα- έκθεμα, μπροστά στο οποίον ο ποιητής στέκεται με σεβασμό και πόνο, είναι «δυο πήλινα τσουκάλια με τοιχώματα/ καμένα από φωτιά/ εστίας». Και ο νους του τρέχει στην νοικοκυρά που στο «αριστερό» από αυτά «στην εστία του φτωχικού της» ετοίμαζε «πρωινό και γεύμα / δείπνο κι ύστερα πάλι πρωινό» και «αλήθεια, πόσο / ν’ αντέχουν τη φωτιά εστίας / αυτά τα πήλινα τσουκάλια;». Και φυσικά ο χρόνος τρέχει παράλληλα με τη ζωή της νοικοκυράς και του τσουκαλιού και με τη βία της ιστορίας: «αμέτρητες/ οι αιτίες, επιδρομές/ βαρβάρων, πειρατών, ληστών ένας σεισμός που αφήνει όρθιο το μισό σου σπίτι… τι να ’φταιξε που μπήκε/ το αριστερό τσουκάλι στο μουσείο;». Ο ποιητής στέκεται μπροστά στα έκθεμα αλλά με αυτά αφορμή τρέχει πίσω και συλλογίζεται αυτό που υπάρχει πέρα από αυτό που βλέπει. Τα εκθέματα, τα μικρά και ασήμαντα αυτά αντικείμενα, γίνονται οι χαραμάδες, από τις οποίες θα διολισθήσει στα μεγάλα και σημαντικά γεγονότα, εκεί που οι άνθρωποι δεν έχουν όνομα και τίτλο. Μάχες και επιδρομές, ανθρώπινες περιπέτειες. Πόσα άλλωστε δεν έχουν γραφτεί για τους ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να φύγουν από την Πομπηία, όταν έγινε η έκρηξη του Βεζούβιου, ενώ οι κάτοικοι της Σαντορίνης, λένε πως πρέπει να είχαν προλάβει. Πάντως τα πράγματα που έμειναν στη μέση, δείχνουν άριστα ότι βιαίως έφυγαν.

Ο ποιητής πάνω σ’ αυτό το «βιαίως» στοχάζεται και ποιεί.Πιο πέρα βλέπει τα «Χρυσά διάτρητα ενώτια» του 6ου-7ου αιώνα μ.Χ. και αμέσως γεννιέται η απορία του για την άγνωστη που τα φορούσε και η μνήμη τρέχει στη μικρή του αδελφή, τη Θεοδώρα, όταν της τρύπησαν τα αυτιά για να της φορέσουν και εκείνης ενώτια. Το έκθεμα σκαλίζει την προσωπική πληγή, κορυφώνει τον προσωπικό πόνο για τη χαμένη μικρή αδελφή του, την ώρα που τα ενώτια κάποιας άλλης Θεοδώρας στολίζουν την προθήκη. Τώρα πια χαμένες και οι δύο. Γιατί τα αντικείμενα, και τα πολύτιμα και τα ευτελή ακόμα, αντέχουν στο χρόνο περισσότερο από τον φθαρτό άνθρωπο. Και εκεί κρύβεται μεταμφιεσμένη η ματαιότητα των ανθρωπίνων. Η Πορτάρα της Νάξου του θυμίζει «εκείνη τη λίγδα» τον Λύγδαμι που «ναό / ύψωσε στον Απόλλωνα» από όπου και η περιφανής Πορτάρα, και τα λοιπά εκθέματα. Ο ποιητής κοιτάζει καλά. Σκέφτεται τους πιστούς, σε όλες τις εποχές και θρησκείες, που προσφεύγουν στους θεούς με τάματα για παρηγοριά κι ελπίδα, για να καταλήξει απαισιόδοξα: «τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους/ … οι πιστοί στον τάφο, τα Ιερά/ βαθιά στη γη, οι προσευχές / μετέωρες, τα ελπιδοφόρα/ τάματα στο μουσείο». Η ειρωνεία εδώ, μας φέρνει πάλι στο νου μας τον Καβάφη, όταν η Θέτις, θεά η ίδια, οδύρεται γιατί την γέλασαν οι θεοί και άφησαν το γιο της να πεθάνει. Και μάλιστα ήταν ο Απόλλων που είχε τον πρώτο λόγο.

Το «μαρμάρινο σύμπλεγμα χεριών» στο Μουσείο Μπενάκη, η γνωστή «Δεξίωσις», είχε την εύνοια των αιώνων και διατηρήθηκε και σώθηκε, σώζοντας ταυτόχρονα και τη «ζεστή χειραψία του ζωντανού με τον νεκρό», που λες πως «ο Χρόνος και η Τύχη» φρόντισαν ακριβώς γι’ αυτή τη λεπτομέρεια από το σύμπλεγμα, σαν να επιμένουν πως αυτό ήταν το σημαντικό. Αυτή η χειραψία, αυτή η τελευταία επαφή, κάτι σαν τον τελευταίο ασπασμό του δικού μας τυπικού, για να μας θυμίζει το δεσμό μας με τους πεθαμένους μας που δεν μπορεί να καταλύσει ο χρόνος.

Ο χρόνος που είτε είναι «παιδί» παίζει κι έτσι «κανείς δεν του ζητάει ευθύνες», είτε είναι «γέρος» και έχει το «ακαταλόγιστο», ή «ανήλικος». Ό,τι και να ’ναι, παίζει με τους ανθρώπους και πάντα αυτός κερδίζει, παίζοντας με τα ζάρια, με τις λέξεις και με το νόημά τους.

Η ρόκα στο μουσείο «Λαϊκής Τέχνης» στέλνει την καρδιά του ποιητή στη μάνα. Η εισαγωγή στο ποίημα, «Όχι, μάνα μου, όχι!/ αυτό δεν έπρεπε/ να ζήσω να το δω», δείχνει πόσο ο επισκέπτης του μουσείου δεν είναι ένας τουρίστας αλλά ένας προσκυνητής που συγκλονίζεται, όταν βλέπει μια «ρόκα κανονική μ’ αδράχτι», σύνηθες εργαλείο της οικοτεχνίας, που της είχε φτιάξει ο αδελφός της «αυτός που χάθηκε νωρίς». Μέσα σε δυο στίχους ο ποιητής, με αφορμή ένα μικροαντικείμενο, ξανάζησε μια ολόκληρη ζωή που πέρασε, θυμήθηκε τα πρόσωπα και την ιστορία τους. Το μουσείο, άλλωστε, είναι χώρος μνήμης και ως τέτοιο αποκτά το αληθινό του νόημα. Ο Σεφέρης έλεγε «τα δάχτυλα στο φιλιατρό» και αγγίζοντάς το –στόμιο του πηγαδιού‒ το ξαναζωντάνευε, το έκανε να μιλάει, γι’ αυτό έλεγε «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί».

Μια άλλου είδους συγκίνηση γεννά στον αναγνώστη το ποίημα «Στους αποθέτες». Ε! εκεί είναι που βρίσκει κανείς σπασμένα μέλη, σπαράγματα αγαλμάτων, «θραύσματα» λέει ο ποιητής και η λέξη επανέρχεται κάθε φορά συμπληρωμένη με βεβαιωμένη ασάφεια: «Θραύσματα», «πιθανόν του Απόλλωνος», «ανδρικής μορφής», «μορφής, «Θραύσματα, πάντως, θραύσματα, ψιλούτσικα/ κομμάτια. Τρίμματα», «Θραύσματα ο ίδιος ο Απόλλων / εν Δελφοίς». Και επιμένει στα «θραύσματα» και στον Απόλλωνα στους Δελφούς, σαν να λέει και ξαναλέει πόσο αμφίβολο είναι αυτό το ελάχιστο που έχει σωθεί μέσα στην αβεβαιότητα της απώλειάς του ή της σωτηρίας του, αλλά και σαν να επαναλαμβάνει άτυπα το χρησμό του Μαντείου: Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην ου μάντιδα δάφνην ου παγάν λαλέουσα … Αλλά ούτε και ο ίδιος υπάρχει. «Τρίμματα» μόνο. Ο Απόλλων που είχε πρωτοστατήσει στο χαμό του Αχιλλέα… «Λαμπρά ταιριάζουν όλα», θα έλεγε πάλι ο Καβάφης.

Αλλού μικροπράγματα καθημερινής χρήσης και κοντά σ’ αυτά, παιδικά παιχνίδια, ένα «πήλινο αηδόνι», ένα θήλαστρο, ο καθρέφτης μιας όμορφης Θεάς –τι σημασία ποιας;‒ ρόδακες, πόρπες, βέλη, ειδώλια, το ποτήρι του Κόντε Σολωμού. Στο κλειστό μουσείο των Θηβών, απέτυχε να βρει μια «φουρκέτα απ’ τα μαλλιά της Αντιγόνης», μια «περόνη της Ιοκάστης», τη «λαβή ενός ξίφους» του Αίμονα. Όλα τα Λαβδακιδάν, αν και αρχαία, είναι παρόντα μέσα από την απουσία τους. Το μουσείο κλειστό, εκείνος όμως είδε ό,τι ήθελε να δει. Τέλος, Ιδιαιτέρως παιχνιδιάρικα, αλλά καθόλου λιγότερο σημαντικά, είναι τα «Ρινίσματα». Αντιγράφω δύο: «στο Αρτεμίσιο ναυαγός∙ η θάλασσα / δεν έχει το θεός της» και «Κυνήγι κάπρου εδώ στον τοίχο/ ρεπορτάζ».

Ο Σωτήρης Σαράκης, ο ποιητής, ο επισκέπτης και ο προσκυνητής των μικροπραγμάτων έχει περιηγηθεί όλα τα μουσεία. Έχει σταθεί κι έχει στοχαστεί βαθιά πάνω στα πράγματα κι έχει νοιώσει τον πόνο του ανθρώπου, του όποιου ανθρώπου, που ο ίδιος τον εκπροσωπεί για χάρη μας. Τα ποιήματα είναι συναισθηματικά θραύσματα, το αντίστοιχο των εκθεμάτων που, παρά την όποια ασάφειά τους, με μεγάλη σαφήνεια προσδιορίζουν τη διάθεση, πικρή πάντα, που είναι η μόνη που δεν φθείρει ο χρόνος. Γιατί Στις Προθήκες του ξαναζούμε τη ζωή που πέρασε και που πεθαμένη μας θυμίζει πως ζει ακόμα. Κι ένα τελευταίο. Ο Καβάφης έσκυβε στα βιβλία για να μελετήσει το μάταιο της δόξας και την πίκρα εκείνου που χάνεται. Ο Σαράκης περπάτησε στα μουσεία και έκανε το ίδιο. Ώριμος και έτοιμος από καιρό μας έκανε μια ψυχολογική ξενάγηση στα σκιρτήματα του νου και της καρδιάς του, στις προθήκες της ψυχής του.

(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.)

Σωτήρης Σαράκης
Τα cookies είναι σημαντικά για τη σωστή λειτουργία του halandriallilegiis.gr και την βελτίωση της εμπειρίας σας όταν το επισκέπτεστε. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με την παρούσα Πολιτική Απορρήτου
Πολιτική Απορρήτου Αποδοχή Decline