Ο Έρωτας και η Αγάπη

31/05/2016

 

Δοκίμιο του Τάσου / πηγή : www.frear.gr

 

Ο Έρωτας μια μέρα πήγε να συναντήσει την Αγάπη. Όταν την είδε φώναξε δυνατά «σ’ αγαπώ!». «Με αγαπάς;» τον ρώτησε η Αγάπη και ήταν η φωνή της ράπισμα δυνατό στις κόκκινες παρειές του. «Από πού και ως που εσύ με αγαπάς;» «Δεν ξέρω πάντως σε αγαπώ» επέμεινε ο Έρωτας. «Και αν δεν στο πω» συνέχισε «και αν δεν στο φωνάξω, θα πεθάνω!» «Δεν με αγαπάς» αποκρίθηκε η Αγάπη. «Αυτοί που αγαπούν δεν το φωνάζουν με λόγια, δεν το λένε με λόγια». «Και όμως σ’ αγαπώ» πείσμωσε ο Έρωτας. «Με ζάλισες» τον επέπληξε η Αγάπη, κλείνοντας με τα χέρια τ’ αυτιά της, και ύστερα του γύρισε την πλάτη και έκανε να φύγει. «Μη φεύγεις» παραπονέθηκε ο Έρωτας. «Χάσου από τα μάτια μου, δεν ξέρεις τι λες, δεν ξέρεις τι θες» τον επέπληξε, πάλι, παγερά η Αγάπη και έφυγε.

 

Τι θα κάνω τώρα; αναρωτήθηκε ο Έρωτας. Καλύτερα να πεθάνω παρά να χάσω την Αγάπη. Δεν έπρεπε να μιλήσω. Λέγοντας σ’ αγαπώ – έτσι δεν κάνουν πάντοτε όλοι οι ερωτευμένοι; – έχασα την Αγάπη. Είναι πολύ εύθικτη. Πάει η καλιά μου. Χάθηκα, έλεγε και έκλαιγε απελπισμένα ο Έρωτας. Σαν όμως στέρεψαν τα δάκρυά του, κάθισε και συλλογίστηκε. Και είπε, θα μάθω που μένει και θα πάω να χτυπήσω την πόρτα της. Αν μου ανοίξει έχει καλώς, αν δεν μου ανοίξει τουλάχιστον θα παρηγορούμαι με την ιδέα ότι στέκομαι έξω από το σπίτι της.

 

Αναθάρρησε λοιπόν ο Έρωτας και έπραξε όπως είχε σκεφτεί. Έμαθε τη διεύθυνση της Αγάπης, στάθηκε έξω από την πόρτα της, πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε το μάνταλό της τρεις φορές, αποφασισμένα. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε. Η Αγάπη, η ίδια η Αγάπη, στεκόταν και τον θωρούσε. «Πάλι Εσύ;» τον ρώτησε. «Ναι πάλι εγώ» απάντησε ο Έρωτας. «Και τι θέλεις πάλι;» τον ξαναρώτησε η Αγάπη. «Δεν ξέρω» είπε με σκυφτό το κεφάλι ο Έρωτας. «Δεν ξέρεις;» τον κατακεραύνωσε με μιαν μεγάλη απορία η Αγάπη. «Δεν ξέρω» επανέλαβε ο Έρωτας. «Είσαι ακόμα ένα παιδί. Έως πότε θα είσαι παιδί;» τον μάλωσε για άλλη μια φορά αυστηρά η Αγάπη. «Δεν είμαι παιδί. Είμαι Έρωτας» είπε ο Έρωτας. «Και τι είναι Έρωτας;» ρώτησε η Αγάπη. «Όλος ο κόσμος ξέρει τι είναι Έρωτας. Δεν έχεις δει ποτέ τηλεόραση, κινηματογράφο, τι περιμένεις από εμένα να σου πω;» είπε ο Έρωτας. «Εσύ τι θέλεις από εμένα;» τον ρώτησε η Αγάπη. «Κρυώνω εδώ έξω…» μουρμούρισε ο Έρωτας «δε θα με αφήσεις να περάσω μέσα;» την παρακάλεσε. «Και τι είμαι εγώ, για να ζεσταθείς εσύ, για ποιάν με πέρασες;» τον ρώτησε η Αγάπη. «Κρυώνω εδώ έξω» επανέλαβε σχεδόν τραυλίζοντας ο Έρωτας. «Ορίστε, πέρασε μέσα» συγκατένευσε η Αγάπη. «Σ’ ευχαριστώ» είπε ο Έρωτας και πέρασε το κατώφλι της οικίας της Αγάπης. «Τώρα σε παρακαλώ, κάνε μου μια χάρη ακόμα» της είπε με μάτια ικετευτικά και τρομαγμένα ο Έρωτας. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε η Αγάπη. «Ασφάλισε καλά πίσω μας την πόρτα, μαντάλωσέ την και κλείσε όλα τα παραθυρόφυλλα» είπε με τόνο προσταχτικό ο Έρωτας. «Γιατί;» ρώτησε η Αγάπη «φοβάσαι κανέναν, σε κυνηγάει κανείς;». «Θέλω να βεβαιωθώ ότι κλείστηκε έξω ο χρόνος, ότι δε θα παρεισφρήσει μέσα στο σπίτι… ότι μέσα στο σπίτι τούτο θα είμαστε εγώ και εσύ μόνοι…». «Τι είναι πάλι αυτό; Είχα άδικο όταν σε μάλωνα πως είσαι ακόμα ένα άμυαλο παιδί που δε λέει να μεγαλώσει;». «Τρέμω» είπε ο Έρωτας, δε μπορώ να σταθώ στα πόδια μου, λιποθυμώ, σε παρακαλώ άσε με να ξαπλώσω.». «Τι έπαθες πάλι;», ρώτησε η Αγάπη. «Ολοένα χειροτερεύεις… Ορίστε, ξάπλωσε». «Τρέμω» επανέλαβε ο Έρωτας και έπεσε με σπασμούς και ρίγη στο κρεβάτι. «Σκέπασέ με, σε παρακαλώ». «Με τι να σε σκεπάσω;», τον ρώτησε η Αγάπη, «είσαι άλλωστε τόσο βαριά ντυμένος, δεν έχεις βγάλει ακόμα το παλτό σου». «Την έχω ξαναδεί τη σκηνή στον κινηματογράφο, ο ερωτευμένος τρέμει, ο ερωτευμένος βλέπει εφιάλτες και η αγαπημένη βγάζει τα ρούχα της, πέφτει επάνω του και τον σκεπάζει, κρύβοντας πίσω της το χρόνο, τον ορυμαγδό του πολέμου, τον εκκωφαντικό θόρυβο των αεροπλάνων που σχίζουν τον ουρανό και βομβαρδίζουν την πόλη… το σπίτι τους τρίζει συθέμελα, ο κόσμος όλος καταλύεται… αλλά οι εραστές κρύβονται ο ένας μέσα στον άλλο και ξεγελιούνται πως είναι ευτυχισμένοι…». «Δεν ξέρεις τίποτα… δεν καταλαβαίνεις τίποτα… είσαι ανίατος… αυτό είσαι» είπε η Αγάπη με φωνή σπασμένη και στάθηκε χλωμή, σε απόσταση, τον κοίταξε με μάτια θολά, δεν αισθανόταν καλά, ζαλιζόταν, κάθισε απέναντί του σε ένα σκαμπό… ακούμπησε τους αγκώνες της σε ένα παλαιό ξύλινο τραπέζι … στήριξε στους βραχίονες της το κεφάλι της και αναλύθηκε σε λυγμούς… Ο Έρωτας τότε, παραξενεύτηκε, ξέχασε ότι λίγο πριν κείτονταν στο κρεβάτι με σπασμούς και ρίγη, ανασηκώθηκε έκπληκτος και τη ρώτησε ανήσυχα «Τι έχεις;» «Αρρώστησα» αποκρίθηκε η Αγάπη «δεν αντέχω στο σκοτάδι … κρυώνω… θα πεθάνω εδώ μέσα μαζί σου μόνη». «Είσαι πολύ χλωμή και εξαντλημένη» παρατήρησε ο Έρωτας «φόρεσε, σε παρακαλώ, κάτι παραπάνω, να!, τυλίξου μέσα στο παλτό μου, θ’ ανοίξω διάπλατα όλα τα παράθυρα, δε θα σε αφήσω να πεθάνεις… στο υπόσχομαι…» και έκανε ο Έρωτας, όπως υποσχέθηκε, και μπήκε μέσα στο σπίτι φως άπλετο και η Αγάπη χαμογέλασε… και αναστήθηκε… και τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη και γλυκύτητα απερίγραπτη… «Θέλεις να σου δείξω λοιπόν τι είναι αγάπη;» τον ρώτησε τότε. «Αν είναι κάτι περισσότερο από αυτό που βλέπω, ναι, σε παρακαλώ δείξε μου…» παρακάλεσε πάλι ο Έρωτας. «Δεν έχεις δει ακόμα τίποτα… Έλα, να περπατήσουμε μαζί έξω στο φως…» τον προσκάλεσε η Αγάπη. «Αν είναι τούτο καλό για εσένα, να το κάνουμε», είπε ο Έρωτας, «αλλά εσύ είσαι πολύ κοινωνική και τρομάζω… έξω όλοι θα σε χαιρετάνε… και φοβάμαι ότι μιλώντας με τόσους και τόσους ανθρώπους, θα με ξεχάσεις… εσύ θα περπατάς, θα χαμογελάς, θα χαιρετάς και εμένα μάλλον, τι μάλλον, σίγουρα, θα με ξεχάσεις μέσα στα τόσα πρόσωπα, στους τόσους άλλους, που συναναστρέφεσαι…». «Άσε τις χαζομάρες» τον μάλωσε πάλι η Αγάπη «περπάτα περπάτα μαζί μου, μη παύσεις να περπατάς, μη στέκεσαι, αυτό είναι το μυστικό της Αγάπης…» «Και αν με ξεχάσεις;» τη ρώτησε ο Έρωτας. «Ποτέ δε θα σε ξεχάσω» του αποκρίθηκε η Αγάπη «μόνο να περπατάς μαζί μου και να μη χασομεράς… να μη δειλιάζεις… να μην κοντοστέκεσαι…».

 

Και περπάτησαν, περπάτησαν πολύ, ο Έρωτας και η Αγάπη περπάτησαν ακούραστα και έρχονταν και άλλοι και πλέκονταν ανάμεσά τους και απασχολούσαν την Αγάπη και ο Έρωτας φοβότανε, αλλά η Αγάπη τον βεβαίωνε και του χαμογελούσε, μέσα σε όλους, μέσα στον κάθε ξένο, μέσα στο κάθε άγνωστο πρόσωπο, τον κοιτούσε και την κοιτούσε, του μιλούσε και της μιλούσε, μέσα στον κάθε έναν που ερχόταν και ενωνόταν μαζί τους, η Αγάπη ανάπνεε και τον εμψύχωνε …και έπαψε να φοβάται ο Έρωτας και δε φοβόταν πια, ούτε το χρόνο φοβόταν, ούτε τις ανοικτές πόρτες και τ’ ανοικτά παραθύρια… για μια στιγμή μάλιστα στράφηκε προς τα πίσω αναζητώντας έστω το περίγραμμα της πόλης από την οποία είχαν ξεκινήσει, τις θύρες του χρόνου που δίβουλα πάντοτε ανοιγόκλειναν, αλλά όλα εκείνα είχαν ανεπαίσθητα εξαφανιστεί από τον ορίζοντά τους, δεν υπήρχαν μέσα στον αχανή και απέραντο κήπο που σεργιανούσαν…

 

Αθήνα, 2 Δεκεμβρίου 2015

 

Τα cookies είναι σημαντικά για τη σωστή λειτουργία του halandriallilegiis.gr και την βελτίωση της εμπειρίας σας όταν το επισκέπτεστε. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με την παρούσα Πολιτική Απορρήτου
Πολιτική Απορρήτου Αποδοχή Decline