There are no slide to show, Please make sure you have configured SlideShow correctly.

Ανδρέας Λασκαράτος, «Δημοτικά Τραγούδια Εθνικά»

03.06.2016/12:20π.μ.

Άρθρο της κα. Ανθούλα Δανιήλ/ΠΗΓΗ : http://www.frear.gr

Ανδρέας Λασκαράτος, Δημοτικά Τραγούδια Εθνικά Μαζευμένα από τους Τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) του 1842. Εκδοτική Επιμέλεια-Εισαγωγικά Κείμενα, Γιάννης Παπακώστας, Παντελής Μπουκάλας, Άγρα, Αθήνα 2016.

Το βιβλίο μάς αιφνιδιάζει με την πρωτοτυπία του. Είναι η ανακάλυψη συλλογής που έρχεται από το 1842 για να μας θυμίσει πως ο λαός δημιουργεί θαυμαστά έργα τέχνης, συνεχίζοντας μια πολύ παλιά δημιουργική, καλλιτεχνική του ανώνυμη δημιουργία. Πρόκειται για την άγνωστη, έως τώρα, Συλλογή δημοτικών τραγουδιών Δημοτικά Τραγούδια Εθνικά Μαζευμένα από τους Τραγουδιστές εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) του 1842 που ήρθε στη δημοσιότητα, αποκαλύπτοντας, συγχρόνως, και τον δημιουργό της. Είναι ο Ληξουριώτης συγγραφέας Ανδρέας Λασκαράτος, όπως προέκυψε από τη φιλολογική έρευνα του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα. Με την έκδοση της εν λόγω συλλογής ασχολήθηκαν δύο έγκριτοι στον χώρο των Γραμμάτων μας πνευματικοί άνθρωποι, ο καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας, γνωστός για το πλούσιο, πρωτότυπο ερευνητικό του έργο και την ταυτόχρονα, διεισδυτική, ερμηνευτική του ματιά, και ο δημοσιογράφος, ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και επιμελητής εκδόσεων Παντελής Μπουκάλας, που χρόνια τώρα ασχολείται με το δημοτικό τραγούδι.

Η έρευνα απέδειξε ότι στα έτη 1828-1834, διάστημα κατά το οποίο ο Λασκαράτος έζησε στην Κέρκυρα, όπου ως φοιτητής της Ιονίου Ακαδημίας είχε ως δασκάλους του τον Ανδρέα Κάλβο και τον Βικέντιο Νανούτση, είχε, όπως ο ίδιος ομολογεί, στενές σχέσεις και με τον κόντε Διονύσιο Σολωμό, στο σπίτι του οποίου τον επισκεπτόταν συχνά. Εκτιμάται επομένως ότι από την επικοινωνία του αυτή προέκυψε και το ενδιαφέρον του για το δημοτικό τραγούδι και επίσης για την κρητική λογοτεχνία και ειδικά για τον Ερωτόκριτο, χώροι που είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον πρωτίστως του Σολωμού. Δύο είναι τα ερωτήματα που απασχόλησαν τον Παπακώστα: Πρώτον, αν τα τραγούδια της συλλογής Λασκαράτου ήταν όντως πρωτότυπα και η πηγή τους ήταν όντως οι ίδιοι οι «Τραγουδιστάδες», και Δεύτερον, ποιος ήταν ο ανώνυμος συλλογέας. Θέματα τα οποία, όπως προκύπτει από τη μελέτη του, ύστερα από προσεκτική έρευνα τα διασαφήνισε, αποδεικνύοντας έτσι και την πρωτοτυπία της συλλογής και τον συλλογέα της, που δεν ήταν άλλος από τον τριακοντάχρονο τότε Λασακαράτο.

Η εν λόγω συλλογή παρουσιάζει και μια σημαντική πρωτοτυπία, πρωτοτυπία η οποία έγκειται στις ενδιαφέρουσες αισθητικές παρατηρήσεις με τις οποίες συνοδεύονται αρκετά από τα τραγούδια, όπως στο τετράστχο: «Μάτια που με σάϊτεύετε / με την ταπεινοσύνη,/ περικαλώ σας κάμετε/ για μένα ελεημοσύνη», όπου ο συλλογέας επισημαίνει «πνευματικάς αβρότητας», «ταπεινοσύνη και τα μάτια μιας παρθένου», «Πόση λεπτότης, πόση ευγένεια εις τα αισθήματα» .

Αλλού πάλι περισσότερο επιγραμματικά σχολιάζει ο Λασκαράτος: «Τίποτε δεν λείπει τίποτε δεν περισσεύει», «Αληθέστατη η ζωγραφιά τούτη», «Η ακρίβεια εις την διαλογήν των λέξεων φέρνει θαυμασμόν». Όλα τούτα αναφέρονται από τον Παπακώστα αναλυτικά στη μελέτη του υπό τον τίτλο «Εις αναζήτησιν του άγνωστου συλλογέα», όπου, εκτός από το ιστορικό της σύνθεσης γίνεται εκτενής αναφορά και στο χειρόγραφο και στην καλλιέπειά του.

Συγκεκριμένα, το χειρόγραφο αποτελείται από 29 μεγάλα μονόφυλλα, γραμμένα με σινική μελάνη. Το σώμα συνίσταται από δύο μέρη. Το πρώτο συντέθηκε το 1842 στο Ληξούρι και το δεύτερο το 1844 με την ένδειξη «Κορφοί». Παρατίθενται ποικίλες πληροφορίες ερευνητικού χαρακτήρα και ο πίνακας περιεχομένων: «Ερωτικά», «Σατιρικά», «Αστεία», «Τσακίσματα. Ritornelli. Refrains», «Αστεία και Σατιρικά», «Γνωμικά – Ηθικά» και άλλα. Ιδιαιτέρως τον απασχόλησε η ταυτότητα του συλλογέα γι’ αυτό και η έρευνά του στράφηκε στον κύκλο των διανοουμένων που δραστηριοποιήθηκαν την ίδια περίοδο στην Κεφαλονιά ή στα άλλα νησιά της Επτανήσου. Μελέτησε και απέκλεισε πολλούς, μεταξύ των οποίων είναι οι αδελφοί Ιακωβάτοι, ο Ηλίας Τσιτσέλης και αρκετοί άλλοι, για να καταλήξει στον Λασκαράτο, συνυπολογίζοντας τη γλώσσα, τα επιμέρους σχόλια και τις σημειώσεις. Από τα σχόλια και τις σημειώσεις του προκύπτει και η συναίσθηση ευθύνης για την αυθεντικότητα των τραγουδιών, για τη συλλογή των οποίων ο Λασκαράτος θα ταξιδέψει, στην Κρήτη.

Η συλλογή γεννιέται σε μια εποχή και περιοχή όπου «η τέχνη ανθεί και δεν ήτο έργο των ολίγων», όπως παρατηρεί ο Σπύρος Ευαγγελάτος (σελ. 21). Ο Λασκαράτος είχε στείλει και δύο αυτοβιογραφίες και άλλα έργα του στον Εμίλ Λεγκράν και στον Υμπέρ Περνό. Δεν προκύπτει όμως ότι έστειλε και τη συλλογή. Ο Περνό είχε επισκεφθεί την Κεφαλονιά το καλοκαίρι του 1913, με σκοπό την αναζήτηση αρχειακού υλικού, όπως γράφει ο εκδότης του Λασκαράτου Αλέκος Παπαγεωργίου. Από επιστολή του Περνό πληροφορούμαστε όχι μόνο τη μαθητεία του Λασκαράτου στον Ανδρέα Κάλβο, αλλά και τη γνωριμία του με τον Λόρδο Μπάιρον και την εντύπωση που είχε αποκομίσει ο Μπάιρον για την προσωπικότητα του νεαρού τότε και μετέπειτα συγγραφέα και συλλογέα δημοτικών τραγουδιών. Τέλος, ο Παπακώστας, που θα μελετήσει συστηματικά τη συλλογή και θα κάνει καίριες παρατηρήσεις πάνω στη θεωρία των στίχων του Ληξιουριώτη συλλογέα, θα κλείσει με την ανεύρετη από αλλού λέξη «κρουσταλλοδροσισμένο», για την οποία διατυπώνει την άποψη ότι η λέξη αυτή απαντά μόνο στον Λασκαράτο. Είναι, άρα, λέξις άπαξ.

Από την άλλη ο Μπουκάλας, που χρόνια ασχολείται με το δημοτικό τραγούδι, ενθουσιάστηκε από το χειρόγραφο που του έθεσε υπόψη ο Παπακώστας, το μετέγραψε και, από κοινού πλέον, προέβησαν στην έκδοση. Ο Μπουκάλας υπογράφει την ενότητα «Η ‘‘ωραία απλότητα’’ των δημοτικών τραγουδιών», στην οποία κάνει λόγο αμέσως για την «εξασφαλισμένη» θέση του Λασκαράτου «ακόμα και σε μια συνοπτική καταγραφή του ενδιαφέροντος για τη δημοτική ποίηση». Επισημαίνει ότι ο Λασκαράτος ήταν 34 ετών, το 1845, όταν επισκέφτηκε διάφορες πόλεις αλλά και την Κρήτη για επιτόπια έρευνα, σε μια εποχή που το ενδιαφέρον για τη δημοτική ποίηση ήταν περιορισμένο, άρα ο ίδιος ήταν πλήρως πεπεισμένος για την αξία των δημοτικών τραγουδιών. Ως το 1845, μάλιστα, μας ενημερώνει πως μόνο μία συλλογή είχε γίνει στην Πετρούπολη της Ρωσίας , με εισαγωγή και σχόλια στα ρωσικά, από τον Γεώργιο Ευλαμπίου. Εν τω μεταξύ ο Νικολό Τομαζέο, γνώριμος του Σολωμού, είχε εκδώσει στη Βενετία τετράτομη συλλογή με ελληνικά, ιταλικά, κορσικανικά και σερβοκροατικά τραγούδια. Έπρεπε να φτάσουμε στα 1860, λέει ο Μπουκάλας, για να βρεθούν τα δημοτικά τραγούδια στο επίκεντρο της ελληνικής διανόησης όταν ο Γερμανός φιλόλογος Arnold Passow εξέδωσε τον ογκώδη τόμο Τραγούδια ρωμαίικα/ Popularia Carmina Greciae Recentioris, της οποίας «η επίδραση ήταν καθοριστική», παρά τα λάθη της.

«Αν», γράφει ο Μπουκάλας «ήμασταν προικισμένοι με λίγη από τη φαντασία του Λασκαράτου και, ταξιδεύοντας ανάποδα στον χρόνο … επιστρέφαμε στο 1842 και τον βοηθούσαμε να εκτυπώσει στη Αθήνα ή στην Κέρκυρα τα τραγούδια τα ‘‘μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες’’, θα κρατούσαμε στα χέρια μας την πρώτη συλλογή δημοτικών μας τραγουδιών συγκροτημένη από Έλληνα και επιπλέον, δημοσιευμένη στην Ελλάδα». Και το σημαντικό αυτών των τραγουδιών έγκειται στην αυθεντικότητά τους, την οποία αντλεί από τους «τραγουδιστάδες», τα συγκέντρωσε ίδιος αυτοπροσώπως και γι’ αυτό τα χαρακτηρίζει «δημοτικά/ εθνικά», ενστερνιζόμενος, ως φαίνεται, «την ταυτότητα δήμος = έθνος, ως συμπληρωματική της ταυτότητας γλώσσα του λαού = εθνική γλώσσα». Τη λαϊκή γλώσσα ως εθνική ο Λασκαράτος «την υπερασπίζει» στο ποίημά του με τον τίτλο «1892», με την εξής προτροπή προς τους αναγνώστες «Μα απόφυγε την τύφλα τους /των λογιοτάτωνε,/ και διάλεξε ένα σύντροφο/γνήσιο Ρωμηό Γκραικόνε/ Για να μιλής μ’ εδαύτονε /την εθνική σου γλώσσα/ τη γλώσσα του πατέρα σου/ οπού είναι η μόνη ζώα…». Επί του θέματος θα φέρει επιχειρήματα αντλημένα από τα ίδια τα ποιήματα και θα κάνει εκτενή λόγο στην τεχνική τους, τονίζοντας ακόμα και τη σημασία που έχει το πώς τραγουδιούνται και πού γίνονται τα απαραίτητα στο τραγούδισμα «τσακίσματα».

Στη συνέχεια, ο Μπουκάλας θα μας αναφέρει ανάλογες συλλογές που εκπονήθηκαν από λογοτέχνες, στον 20ό αι. πια, και θα μας παραθέσει ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του λογοτέχνη, τη συνάντησή του με τον Μπάιρον, στα 1823, όταν ο τελευταίος πήγε στην Κεφαλονιά για να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από Σουλιώτες προορισμένο για το Μεσολόγγι. «Ο Άγγλος ποιητής ευχαριστείτο να συνομιλή και να αστεΐζεται» μαζί του, γιατί ήταν «ευφυέστατος και ζωηρός». Ο Λασκαράτος δεν είναι μεγάλος ποιητής. Ο ίδιος γράφει για τον εαυτό του: «Εγώ δεν εστάθηκα ποτέ ποιητής, δεν έκαμα ποίησες… Μου έλειπεν η δύναμη της ευρέσεως». Ο Παλαμάς, επίσης, λέει: «Ο Λασκαράτος δεν είναι ζωγράφος παθών, είναι διώκτης προλήψεων … αρέσκεται να κραυγάζη δι’ όσα λιμνάζοντα νερά, δι’ όσα βορβορώδη στρώματα συναντά εις τον δρόμον του· είναι περισσότερον πολεμιστής ή όσον ποιητής». Δεν είναι «γλωσσοπλάστης», είναι «λεξιπλάστης», όταν χρειάζεται να επιτεθεί στη θρησκοληψία και το λογιοτατισμό. Δεν τον ένοιαζε η ιδέα αλλά η ουσία, οι στίχοι του ήταν «κεντιστήρι για το κοιμώμενο ελληνικό πνεύμα». Από την κριτική του δεν εξαίρεσε τον εαυτό του, αλλά μόνο για τα ποιήματά του και καθόλου για «τις άλλες ιδέες και πεποιθήσεις του, όσο αντιφατικές και αν ήσαν».

Το βιβλίο διευρύνει τη γνώση μας για την Ιστορία της Νεότερης Λογοτεχνίας και την αξία του δημοτικού τραγουδιού ειδικότερα, και κυρίως είναι προϊόν της επιτυχημένης συνεργασίας του Γιάννη Παπακώστα και του Παντελή Μπουκάλα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 03 Ιούνιος 2016 00:22
Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline