Η νέα ποιητική συλλογή του Ζαχαρία Σώκου «Άλλα ρούχα»

γράφει ο Χρ. Δ. Αντωνίου (http://frear.gr)
11/10/2016

 γράφει ο Χρ. Δ. Αντωνίου (http://frear.gr)

Ανάμεσα στις νέες ποιητικές συλλογές που μου προξένησαν έντονο ενδιαφέρον να τις διαβάσω μέχρι τέλους και να τις ξαναδιαβάσω, γιατί είχαν κάτι να πουν, πρέπει να ομολογήσω ότι είναι και τα Άλλα ρούχα του γνωστού δημοσιογράφου Ζαχαρία Σώκου. Τον Σώκο τον ξέραμε μέχρι τώρα ως παραγωγό και παρουσιαστή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών («Απόστροφος», 3ο πρόγραμμα της ΕΡΑ), που ξεχωρίζουν για τη θεματολογία τους και την ουσιαστικότητά τους. Δημοσιογράφος με ήθος , αμεσότητα, ειλικρίνεια και στοχαστικότητα. Κι αυτά τα ίδια στοιχεία βρίσκει κανείς και στην πρώτη του αυτή συλλογή από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Ότι είναι η πρώτη συλλογή του δεν σημαίνει και ότι για πρώτη φορά ασχολείται με την ποίηση. Χωρίς βέβαια να ξέρω την αλήθεια, υποθέτω όμως ότι η ποίηση ήταν πάντοτε για τον Σώκο υπόθεση ζωής, γιατί αλλιώς δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει εύκολα το γεγονός ότι τα ποιήματα αυτά είναι πολύ μεστά, γραμμένα με ώριμη ποιητική συνείδηση. Πάντως, υπάρχουν μέσα στη συλλογή και δύο τουλάχιστον τεκμήρια αυτής της υπόθεσής μου: Το ποίημα «Το δέμα» (σ.66) που έγραψε ως μαθητής και που βραβεύτηκε μάλιστα σε πανελλήνιο διαγωνισμό (1974) και το ποίημα «Ανοιχτά συρτάρια» (σ. 55), όπου υπάρχουν οι στίχοι:

Συρτάρια χάσκουν ανοιχτά, επιθυμίες ξεκρέμαστρες.

Ρετάλια, ξέφτια, ενοχές, όλα τα μηρυκάζουν.

Γι’ αυτό, χαρά σ’ αυτόν που εκτελεί τις εκκρεμότητες.

Και να που μ’ αυτή την ποιητική συλλογή αρχίζει να εκτελεί αυτές τις εκκρεμότητες! Κι ενώ, όπως είπαμε, είναι πετυχημένος δημοσιογράφος, όμως κατά βάθος αυτό που θα τον ολοκλήρωνε φαίνεται να είναι η ποίηση. Ίσως αυτό θέλει να μας δηλώσει και ο τίτλος της συλλογής «Άλλα ρούχα». Χωρίς ν’ αφήσει τη δημοσιογραφία, την οποία υπηρέτησε και υπηρετεί σεμνά και με αποτελεσματικότητα, επιθυμεί τώρα να φορέσει και τα «ποιητικά ρούχα». Γράφει στο ομώνυμο ποίημα:

Με εφτά κοτλέ και δέκα τζιν την έβγαλα ως τώρα

κι ίσως μη χρειαστεί άλλη αγορά να κάνω (…) εγώ

που κατά βάθος ήθελα άλλα ρούχα.

Γιατί, όσο κι αν η δημοσιογραφία έχει κάτι κοινό με την ποίηση, όμως οι διαφορές τους είναι πολλές και μεγάλες, «χάσμα μέγα εστήρικται» μεταξύ τους. Χρειάζεται μεγάλο άλμα για να το υπερπηδήσει κανείς. Το έχουν κατορθώσει κάποιοι δημοσιογράφοι αλλ’ οπωσδήποτε και ο Σώκος. Ήδη φόρεσε «Άλλα ρούχα» κι ας παραπονιέται, μάλλον από σεμνότητα, ότι δεν θα προλάβει ποτέ να τα φορέσει. Σ’ αυτό θα συμφωνούσε και ο Θεόκριτος του Καβάφη στο ποίημα «Το πρώτο σκαλί», αφού το πρώτο άρτιο ειδύλλιο ο Σώκος το έχει καμωμένο, ήδη έχει ανεβεί στης Ποιήσεως τη σκάλα. Και είναι άρτιο ιδίως από την άποψη της «καθαρότητας του ψυχισμού» του, που για την ποίηση, νομίζω, είναι το κύριο κριτήριο αξιολόγησης της ποιότητας. Γράφει λιτά, δωρικά, θα έλεγα, με ειλικρίνεια, με αμεσότητα, χωρίς να φορτώνει το ποιητικό βίωμα με περιττό υλικό και περίτεχνες εκφράσεις.

Θα ’ρθω μια νύχτα, θα το δείτε,

ρετάλια να μαζέψω

τα παλιά μου κομμάτια

κι ό,τι μπορώ θα ξαναυφάνω

σώματα και ψυχές σπαταλημένες. (Το Καπλάνι της Σάμου, σ. 42)

Η θεματολογία τώρα αυτού του βιώματος είναι πολυποίκιλη. Καταρχήν, να πούμε ότι το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Ανοιχτά συρτάρια, Ταΐστρες και το Δέμα. Η πρώτη ενότητα υποδηλώνει την απόφασή του να τακτοποιήσει την εκκρεμότητά του απέναντι στην ποίηση, όπως ειπώθηκε μόλις παραπάνω, ν’ ανοίξει δηλαδή τα κλειστά συρτάρια του χρόνου, γιατί μάλλον είχε αργήσει, να πάρει από εκεί τα ποιήματά του και να τα δημοσιεύσει. Η δεύτερη αναφέρεται στις δεξαμενές της ελληνικής συλλογικής συνείδησης, δηλαδή στον Όμηρο (κυρίως Ιλιάδα) και στο δημοτικό τραγούδι (Ταΐστρες είναι οι χώροι ή τα σκεύη που βάζουμε την τροφή των ζώων). Η τρίτη, τέλος, περιέχει παλαιότερα ποιήματα, όπως πχ εκείνο που, όπως είπαμε, βραβεύτηκε σε πανελλήνιο μαθητικό διαγωνισμό.

Πάντως, δεν θα μπορούσε κανείς να γράψει ένα κριτικό σημείωμα γι’ αυτή τη συλλογή χωρίς ν’ αναφερθεί στο γεγονός ότι πολλά ποιήματά της αφιερώνονται σε φίλους του ποιητή, όπως για παράδειγμα στον γνωστό δοκιμιογράφο αρθρογράφο και μεταφραστή φιλοσοφικών έργων Κωστή Παπαγιώργη, ,στον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, στον γλύπτη Βασίλη Παπασάικα, στον ζωγράφο Βαγγέλη Ρήνα (στον οποίο ανήκει και το έργο του εξώφυλλου της συλλογής),στον συμμαθητή του Τάσο Ρεϊζόπουλο, στον Γιάννη Σταθόπουλο (δήμαρχο της Αγ. Παρασκευής), στον ποιητή Νίκο Μοσχοβάκο κ.ά. (Η λαϊκή παροιμία λέει: Πες μου τους φίλους σου να σου πω τι είσαι). Ειδικά τα ποιήματα: «Το χιόνι της Αιγύπτου» και «Το τηλεφώνημα», γραμμένα αντίστοιχα για τον Παπαγιώργη και τον Ρεϊζόπουλο, που έφυγαν από τη ζωή πριν από δυόμιση περίπου χρόνια, είναι πολύ τρυφερά και συγκινητικά. Αποτελούν κάτι σαν μοιρολόϊ, ένα κλάμα για την απώλεια και συγχρόνως μια προσπάθεια μέσα από το ποιητικό βίωμα για την «ανάστασή» τους, την επικοινωνία μαζί τους ή τουλάχιστον την κάλυψη του ψυχικού κενού που άφησε η απώλειά τους:

Κωστή, τι κρένεις

Στη σαρκοβόρα ακινησία σου (…)

Πώς είναι ο χρόνος στο κενό,

κενό στο χρόνο αν υπάρχει,

ο ορός στην κουρασμένη φλέβα

τα τσόκαρα και τα νυστέρια πώς ηχούν;

Ίπτασαι σε νύχτα απόκοσμη(…)

Κι εκεί η μάνα σου, πιο πέρα ο Ασημάκης

Μειδιώντας να σου γνέφουν.

Μα εσύ μην πας(…) απόψε θα ‘μαστε στο «Άμα Λάχει»…

Και:

Εμπρός, εμπρός

Εσύ είσαι Τάσο…

Τώρα, άναυδος μάρτυρας,

ψαχουλεύω στον βιωμένο χρόνο

μια ανάσα χωρίς σπλάχνα να ανιχνεύσω,

σ’ έναν ατέρμονο διάλογο με τη σκιά σου,

ντυμένος το μαύρο γέλιο του λυγμού,

με τούτες τις λαβωμένες λέξεις

τη δαψίλεια του κοινού βιώματος να εγκλωβίσω

ακούγοντας το ανήκουστο μοιρολόι(…)

Τασούλη, Τασούλη, εμπρός, εμπρός…

Σ’ αυτά τα ποιήματα υπάρχει μία έντονη νοσταλγία του ποιητή για τους αγαπημένους φίλους του, που συγχρόνως όμως απηχεί και τη νοσταλγία των αγαπημένων του «νεκύων» προς τη ζωή. Αυτό το τελευταίο μας μετατρέπει από αναγνώστες σε θεατές μιας «Νέκυιας» καθώς και άλλα ποιήματα βρίσκονται στο ίδιο κλίμα, όπως το ποίημα «Τασούλης» (σ.33), στο οποίο περιγράφει το κακό όνειρο που βλέπει για το φίλο του:

Και βλέπω στου οδηγού το καθρεφτάκι

σφαγμένο κόκορα μεσοστρατίς να αναπηδάει

πικρό προαίσθημα που φτερουγίζει.

Πετάω τα σκεπάσματα, Τάσο μ’ Τασούλη μ’.

Το ίδιο συμβαίνει και με το ποίημα «Στη Μεσογείων», που διαθέτει και μία καταπληκτική θεατρικότητα. Αυτό προσδίδει στο ποίημα μιαν αμεσότητα που αυξάνει τη νοσταλγία ζωντανών και νεκρών:

Πού πάτε περασμένα μεσάνυχτα, παιδιά,

Η νύχτα είναι κόκκινη μα οι χάρες της ασπρίσαν

Κι έχω μεγαλώσει πια και δεν αντέχω τα ξενύχτια.

Πάμε μου γνέφει ο Κωστής,

Έλα μου κάνει ο Τάσος

κι ακολουθώ.

Σταυροκοπιούνται οι οδηγοί

Ριγούν οι φανοστάτες.

Γυρνώ,

Κι είμαστε λέει στη Μεσογείων,

Πλημμύρα μαύρο γάλα

Κι άλικο έπεφτε χιόνι.

Και η νέκυια ολοκληρώνεται με τα ποιήματα «Μάνα» και «Ο Αβράδιαγος» (σ.13-14), τα οποία αποτελούν ένα ποιητικό μνημόσυνο στους γονείς του, αλλά κυρίως με όσα ποιήματα έχουν την αφόρμησή τους στην Ιλιάδα του Ομήρου. Σ’ αυτά ο ποιητής συναντά τον ελάσσονα ομηρικό ήρωα Σιμοείσιο, που μόνο του «κλέος» είναι ότι σκοτώθηκε από το σπαθί του Αίαντα κερδίζοντας έτσι μια ομηρική μνεία (Άμεσος συνειρμός «Ο Βασιλιάς Της Ασίνης» του Σεφέρη). Επίσης τον εξαίσιο μουσικό Θάμυρη, που καυχήθηκε ότι θα νικήσει τις Μούσες κι αυτές για την ύβρη του τον τιμώρησαν και του αφαίρεσαν τη μουσική τέχνη. Και τέλος, διεκτραγωδεί το πάθημα του συνεπίθετού του ομηρικού ήρωα Σώκου, που τόλμησε να αναμετρηθεί με τον Οδυσσέα κι έχασε απ’ αυτόν τη ζωή του. Εύκολα απ’ αυτά τα ωραία ποιήματα μπορεί κανείς να βγάλει τα ποιητικά επιμύθια. Εκείνο τελικά που θέλω να τονίσω στο σημείο αυτό είναι η ανάγκη του ποιητή να στήσει ένα διάλογο με τους νεκρούς ,όπως ο «Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» του Σεφέρη:

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί (…)

Πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς

Για να προχωρήσω παρακάτω.

Για να ολοκληρωθεί αυτό το κριτικό σημείωμα πρέπει να γίνει λόγος ακόμη για τον σεβασμό του Σώκου απέναντι στην παράδοση, την αγάπη του προς το δημοτικό τραγούδι. Λέξεις και ρυθμούς δημοτικούς μπορεί κανείς να ανιχνεύσει σε πολλές σελίδες. Για παράδειγμα:

Βλέπω τον Κώστα άλουστο, τον Τάσο δίχως δόντια

Και μέσα στα χεράκια τους η αργυρή τους κόμη.

Περνά και η μανούλα μου και δεν με αναγνωρίζει.

Ή

«Ήλιε ανάτειλε, ήλιε λάμψε και δώσε»

«τι η γης πρέπει να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει

Πρέπει να βάζει κόκκινα και να φοράει γαλάζια».

Κι ακόμη χρειάζεται να πούμε ότι το δωρικό, αρρενωπό ύφος αυτών των ποιημάτων σχετίζεται με τον κοινωνικό προσανατολισμό του Σώκου. Τον δυναμισμό αυτού του προσανατολισμού μπορεί κανείς να τον ανιχνεύσει αρχίζοντας από δύο, πολύ ωραία, ποιήματα: «Το Καπλάνι της Σάμου» (σ.42) και στα «Νέα λάβαρα» (σ. 58)..

Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω ότι ο Ζαχαρίας Σώκος μας εξέπληξε μ’ αυτό το ωραίο βιβλίο και μας έδειξε ότι, παρά τις μεγάλες διαφορές, υπάρχουν γέφυρες ανάμεσα στον δημοσιογραφικό και τον ποιητικό λόγο.

(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ)