There are no slide to show, Please make sure you have configured SlideShow correctly.

«Για τις Βενετσιάνικες Βινιέτες» το νέο βιβλίο της Αντωνίας Πανταζοπούλου Σακελλαρίου.

γράφει η Ανθούλα Δανιήλ – ΠΗΓΗ : http://frear.gr
02/10/2016 - 11:15

γράφει η Ανθούλα Δανιήλ – ΠΗΓΗ : http://frear.gr

Είναι γνωστό το ότι η Ευρώπη έχει θεμελιώσει τα παλάτια και την αίγλη της στην εκμετάλλευση ανθρώπων και παραγωγικών πηγών των αποικιών. Κυρίως όμως στο εμπόριο εκείνων που αλυσόδεσε και κατέστησε σκλάβους.

Το βιβλίο με τον τίτλο Βενετσιάνικες βινιέτες της Αντωνίας Πανταζοπούλου Σακελλαρίου είναι ένα σπονδυλωτό έργο που διασχίζει το χρόνο παρακολουθώντας το ίδιο θέμα σε παραλλαγές. Τη μισαλλοδοξία, την κοινωνική προκατάληψη, τη ρατσιστική συμπεριφορά, την ιδεοληψία περί ανωτερότητας της φυλής, τη σκληρότητα, τα εγκλήματα και το θάνατο. Ένα θέμα σε πέντε προβαλλόμενα πρόσωπα, πέντε τόπους, πέντε χρόνους. Ήτοι: Ιωσήφ Λουτζάνι, Βενετία 1797. Παύλος Ιακωβίδης, Θεσσαλονίκη 1908. Εστεμπάν Μποράλες, Σεβίλλη 1936. Αμαλία, Πελοπόννησος 1964. Σιμόν, Νέα Υόρκη, 2007.

Ιωσήφ Λουτζάνι

Πρωταγωνίστρια η Βενετία, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία, η πόλη μύθος στο σινεμά και στη λογοτεχνία. Η πόλη της χλιδής, της μεγαλοπρέπειας και της βιτρίνας και πίσω από τη βιτρίνα, τα σοκάκια με την υγρασία, τη μούχλα και το θάνατο, όπως αριστουργηματικά μας την παρέδωσε στο εμβληματικό του έργο ο Τόμας Μαν, Θάνατος στη Βενετία και επίσης αριστουργηματικά ο Λουκίνο Βισκόντι στην ταινία του με την θαυμάσια μουσική του Γκούσταβ Μάλερ. Η Βενετία με τους Εβραίους της, για να θυμηθούμε τον Έμπορο της Βενετίας (έργο του 1597) και το αντίπαλο δέος του «Εμπόρου» τον Εβραίο Σάυλοκ, αποδέκτη της βδελυράς συμπεριφοράς των Βενετσιάνων. Οι Εβραίοι κατά κανόνα είναι πλούσιοι και μαγνητίζουν την μήνιν των συμπατριωτών τους που τους μισούν τόσο ώστε το μίσος τους να γίνει απηνής και ανηλεής διωγμός, όπως κατέληξε κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και όπως φαίνεται και στο μυθιστόρημα του Giorgio Bassani , Ο Κήπος των Φίντζι Κοντίνι, έργο του 1962 και ταινία του Βιτόριο ντε Σίκα το 1971 με θέμα τη ζωή πλουσίων Εβραίων στη Φεράρα του 1930.

Στο βιβλίο της Πανταζοπούλου, ο γιατρός Ιωσήφ Λουτζάνι είναι απόγονος του γιατρού Τζάκομο Λουτζάνι που είχε βρει καταφύγιο στη Βενετία, μετά τη σφαγή των Ουγενότων, τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, στα χρόνια του Ερρίκου Δ΄ και της τρομερής Αικατερίνης των Μεδίκων, στη Γαλλία.

Η σύζυγός του Ραχήλ, μια πεισιθάνατη γυναίκα, από πεισιθάνατο γυναικείο σόι, όσο ζούσε δεν έβγαινε έξω από το σπίτι την ημέρα, γιατί την καταδυνάστευε η επιθυμία να πέσει στα κανάλια να πνιγεί, ενώ τη νύχτα την καταδυνάστευαν τα δυσοίωνα όνειρα και οι εφιάλτες. Έτσι το πλέγμα που οριοθετεί τον κόσμο του γιατρού είναι διαρθρωμένο από το φόβο του θανάτου, την περιφρόνηση των Βενετσιάνων, την έλλειψη φίλων, τη μοναξιά του και τα γηρατειά. Η παρακμή του Λουτζάνι πάει παράλληλα με την παρακμή της Βενετίας∙ παρακμή ηθών, πολιτική διαφθορά και ίντριγκα, δολοφονίες, δολοπλοκίες, μούχλα, σαπίλα, ψεύτικο μεγαλείο, απατηλή αίσθηση επιτυχίας, σκοτεινά ανεξιχνίαστα εγκλήματα, προκλητική ζωή των πλουσίων, ασυδοσία των εμπόρων, αγοραπωλησίες ανθρώπων, αλλά και καλλιτεχνική άνθηση και ματαιοδοξία, λαμπερά ονόματα, ο Καναλέτο, ο Τισιανός, το θέατρο η Κομέντια ντελ Άρτε.

Ο Λουτζάνι γερνάει όπως και η πόλη, όπως και οι τοίχοι του σπιτιού του, όπως και εκείνος ο Άγγελος στον τοίχο που ξεφτίζει μαζί με τους σοβάδες. Η μεταφορά είναι καταλυτική για την πάλαι ποτέ αυτοκρατορική «γριά πόλη που αντέχει ακόμα» και που σαν το λιοντάρι της, αν και ξεδοντιασμένο, επιμένει να βρυχάται, όπως δείχνουν, οι πολιτικές ίντριγκες. Όταν ο Ναπολέων κατέλαβε την πόλη, το σωτήριο έτος 1797, το γκέτο καταργήθηκε και ο Κορσικανός θεωρήθηκε ελευθερωτής από τους Εβραίους. Ωστόσο, τίποτα δεν έγινε καλύτερο. Ο φίλος του Λουτζάνι, ο άρχοντας Ρικότι, πεθαίνει δηλητηριασμένος από τη σκλάβα του, την Μικαέλα και το δηλητήριο είναι το «τοξικόν», εκείνο με το οποίο άλειφαν τα τόξα, και η Μικαέλα το μαχαίρι με το οποίο έκοβε το ψωμί του Ρικότι ή άλειφε τις σελίδες του βιβλίου (το ίδιο έκανε και η προαναφερθείσα Αικατερίνη και ο Χόρχε στο Όνομα του Ρόδου, του Ουμπέρτο Έκο). Ο Λουτζάνι μελετά τα δηλητήρια μελετά την πόλη, την ιστορία, τους χαρακτήρες, την παρακμή, τον άνθρωπο και την ίδια τη ζωή του.

Παύλος Ιακωβίδης

Ο Παύλος Ιακωβίδης είναι «πρόσφυγας» ή «ομογενής από τη Ρωσία» ή «Έλληνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» ή «πολίτης του κόσμου» ή «κρατικός υπάλληλος». Ο ίδιος προτιμούσε το «Έλληνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» σαν να ήθελε να συγκεράσει το αμφί της ταυτότητάς του. Η καταγωγή του ήταν από πτωχευμένη οικογένεια εμπόρων της Οδησσού. Εκεί είχε ζήσει μια ζωή πρίγκιπα αλλά αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, έζησε σε μια άθλια γειτονιά Εβραίων, «σ’ ένα τουρκόσπιτο με κορέους». Είχε το χάρισμα της αφήγησης και φιλοδοξία του ήταν να γράψει για ό,τι συμβαίνει πίσω από τις ανοιχτές πόρτες των πορνείων και για τη μπόχα του λιμανιού που ζει. Παράλληλα με τα πορνεία θα αφηγηθεί την ιστορία της εποχής του, ρωσική, οθωμανική, ελληνική, τη γνωριμία του με την Ελένη, την πιο εντυπωσιακή πόρνη της Θεσσαλονίκης -η συγγραφέας της στήνει ένα πειστικό πορτρέτο- αλλά η εξωτερική εικόνα κρύβει την θλιβερή εσωτερική, όπως είναι αναμενόμενο. Ο Παύλος θα καταταγεί εθελοντής, όχι από πατριωτισμό αλλά λόγω έλξης που ασκούσαν πάνω του τα πορνεία της Ανατολής και από αγάπη για την Ελένη. Θα καταλήξει στη Βενετία στην αρχή παραιτημένος, όπου τον περιμένει μια ανέλπιστη μεταστροφή της τύχης.

Εστεμπάν Μοράλες

Ο Εστεμπάν Μοράλες βρέθηκε δολοφονημένος μέσα στο λιοτριβιό, στη Σεβίλλη την πόλη που γεννήθηκε. Ο παππούς του εμπορευόταν καπνό από την Κούβα και «δεν έκρυβε πως τα χρήματά του είχαν το σοκολατί χρώμα των σύγχρονων σκλάβων». Η προληπτική γιαγιά του εξαγόραζε τους φόβους της με ελεημοσύνες για ανομολόγητες αμαρτίες. Η φιλάσθενη μητέρα του, η δόνια Λουίζα, ήταν δώδεκα ετών και δεν είχε βγει από το σπίτι. Όταν ο πάδρε Λεόν άνοιξε τα παράθυρα, «για να μην τυφλωθεί» και την έβγαλε έξω, ο κόσμος νόμιζε πως ήταν Αγία. Ήταν καθόλα έτοιμη για να πεθάνει και να συναντήσει τον αγαπημένο της αδελφό που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο για την ανεξαρτησία της Κούβας, στα 1898. Μετά το θάνατο του πατέρα της παντρεύτηκε τον ποιητή Μοράλες, τον πατέρα του Εστεμπάν. Η κόρη του ξεπεσμένου φεουδάρχη και ο αδύναμος ποιητής είχαν μια χλιαρή η ερωτική ζωή. Η Λουίζα γέννησε τον ασθενικό Εστεμπάν που δεν αγάπησε ποτέ. Εκείνος αγάπησε τη Μανουελίτα που τη βρήκε στο δρόμο, αμφιβόλου καταγωγής, βρώμικη, αταίριαστη και αναιδή. Έζησε μια περιπετειώδη ζωή, έγινε οπαδός των Φαλαγγιτών, έγινε κυρία του σπιτιού, το έχασε, ξέπεσε πάλι στο δρόμο, δίνοντας με τη ζωή της δείγμα της Ισπανικής αυτοκρατορίας.

Αμαλία

Η Αμαλία από την Πελοπόννησο, είναι σύζυγος δωσίλογου και μέθυσου αστυνομικού και περιμένει το μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο ενός άντρα με τα χαρακτηριστικά του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ που της το υποσχέθηκε αλλά δεν ήρθε. Η Αμαλία γνωρίζοντας την τέχνη της μεταμόρφωσης έδινε στο πρόσωπό της κάτι από εκείνο των μεγάλων σταρ του Χόλιγουντ. Διάβαζε περιοδικά αλλά και Σεφέρη γιατί της άρεσαν οι «καταραμένοι ποιητές» (Ο Σεφέρης, βέβαια, δεν είναι καταραμένος ποιητής αλλά η Αμαλία δεν το ξέρει και η βιβλιογραφία της δεν το περιλαμβάνει). Διάβαζε, λοιπόν, Σεφέρη που είναι «σκοτεινός» και καταραμένους, (π.χ. Ρεμπώ ή Μποντλέρ), ποίηση «αρρωστημένη», όπως λέει.

Ο αστυνόμος βρήκε θάνατο ανάλογο με τα έργα του∙ ένα μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη. Η Αμαλία βρίσκει έναν άλλο Χάμφρεϊ, έναν μποέμ, λούμπεν, ζωγράφο, ζιγκολό με βαρύ βιογραφικό. Οι σκηνές στήνονται με τον δέοντα ρεαλισμό, ενώ τα πρόσωπα, υπακούοντας στη καταγωγή τους, μοιάζει να προκαλούν νατουραλιστικά τη μοίρα τους, που προοικονομείται από τα χαρακτηριστικά της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όπου είναι εγκλωβισμένα.

Σιμόν

Η Σιμόν είναι σκλάβα (όπως η Μικαέλα της πρώτης ιστορίας και η Μανουελίτα της τρίτης) πράγμα που προδιαγράφει την εξέλιξή της. Στα 1892 την βρίσκουμε να ζει με την «Ντάντα» της στον απόηχο της παλιάς οικογενειακής λάμψης, ενώ η μητέρα της ζει μια εξευτελιστική ζωή, διασκεδάζοντας τους στρατιώτες στα σύνορα με το Μεξικό. Οι ρίζες της βρίσκονται στα 1750, σ’ ένα λοστρόμο Άγγλο πρόγονο που ναυάγησε στη Νέα Ορλεάνη και μια αριστοκράτισσα. Στην αρχή το καλαμπόκι και έπειτα το ζαχαροκάλαμο θα γίνουν οι καταλύτες της οικονομικής κατάστασης της χώρα και κατά συνέπεια της οικογένειας, της οποίας η μίξη με την γαλλικής προέλευσης αφρικανική ρίζα (το εμπόριο σκλάβων ανθεί) θα δημιουργήσει ασθενές και απεχθές ψυχολογικό κλίμα. Η οικονομική καταστροφή που θα ακολουθήσει θα εξαθλιώσει την οικογένεια και θα εξοντώσει με κουζινομάχαιρο τον παππού και με σφαίρα στο μέτωπο τον πατέρα. Επιστροφή στο τώρα 1950-2005 και η μακρά ιστορία απωλειών θα φτάσει στην Σιμόν. Η Σιμόν θα διδαχτεί την κατασκευή δηλητηρίων. Το 2007 τη βρίσκουμε στη Ν. Υόρκη να μαγειρεύει καβούρια στο Καφέ Κρεόλ και να χάνεται στον κόσμο των παραισθήσεων. Με την τέχνη των δηλητήριων θα ξεπαστρέψει κάμποσους πελάτες, επιλέγοντας σαν θεός ποιος πρέπει να πεθάνει. Στη φυλακή ανακαλεί κάθε παλιά αταβιστική της ανάμνηση και, μέσα στην παράκρουσή της, γράφει και δημοσιεύει την ιστορία της ρίζας της.

Έχουμε λοιπόν πέντε διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες μοιάζουν σε πολλά. Η αφήγηση, τρέχει ζωηρά και, κινούμενη ανάμεσα στην πραγματικότητα και το παράλογο, μπαινοβγαίνει στο παρελθόν για να εγκολπώσει τα πάντα, με την αδηφάγα ματιά της συγγραφέως που ορέγεται τα πάντα. Η μικροϊστορία των ηρώων μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης, δίνει πληροφορίες παλιάς ακμής και σύγχρονης παρακμής, δείχνει πώς η Ιστορία διαμορφώνει, παραμορφώνει και διαστρεβλώνει την μικρή ιδιωτική ζωή και ότι οι καρποί του κακού παρόντος έχουν τις ρίζες τους στο κακό παρελθόν. Τελικά, τα αναγνώσματα εξελίσσονται εν πολλοίς σαν ένα ιδιότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα ή σαν πολιτικό και ψυχολογικό θρίλερ, σαν τραγωδία που περιμένει την έξοδό της, τη λύση και την κάθαρση που όμως δεν έρχεται, σαν να είναι αυτή η τιμωρία για τα εγκλήματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας ή της Ισπανίας για «το σοκολατί χρώμα των σκλάβων» που είχαν τα χρήματα της, για την εθνική προδοσία, την εκτροπή της ζωής της Σοφίας, της Αμαλίας, της κρεολής Σιμόν. Θυμίζουν ιστορικό μυθιστόρημα αλλά και roman fleuve, όπου η περιπέτεια είναι το κύριο χαρακτηριστικό, χωρίς αίσιο τέλος.

Η Πανταζοπούλου, μαέστρα στη σύνθεση, στήνει με αληθοφάνεια τα γυναικεία πορτρέτα στο πλαίσιο της εποχής τους, τους δίνει εκείνη την προορατική σύλληψη της δύναμης του κακού που επέρχεται, τη γνώση που πηγάζει από το ένστικτο της γυναικείας φύσης, αλλά και την αδυναμία να αλλάξουν τη μοίρα. Οι άντρες που βάζει πλάι τους έχουν, σχεδόν όλοι, τα παρακμιακά χαρακτηριστικά. Τόποι και άνθρωποι σε ακριβή αντιστοιχία. Κι ακόμα στη γενική σύνθεση, τα φαγητά είναι πάντα άνοστα και συχνά επικίνδυνα. Οι καιρικές συνθήκες αποπνικτικές, οι ανθρώπινες σχέσεις υποβαθμισμένες, τα χέρια ιδρωμένα. Από το ντεκόρ δεν λείπουν φίδια, χέλια, ψάρια, πουλιά, βατράχια, καβούρια, κοκόρια, απαραίτητη πανίδα του όζοντος περιβάλλοντος που ολοκληρώνει το ψυχολογικό νοσηρό κλίμα.

Συχνά ο λόγος είναι μακροπερίοδος και λαβυρινθώδης είτε όπως τα σοκάκια της Βενετίας , μέσα στα οποία γλίστρησαν κάποτε, στο σπίτι του γιατρού τα χέλια που χάθηκαν κάτω από το πάτωμα, σαν αλληγορία των τρομερών μυστικών που κρύβουν τα κανάλια, είτε όπως οι βέβηλοι δρόμοι της Ισπανίας με τους Φαλαγγίτες είτε οι βρώμικοι της Θεσσαλονίκης ή των πορνείων της Ανατολής ή οι επαρχιακοί θλιβεροί δρόμοι της Πελοποννήσου ή της Νέας Ορλεάνης με τα εφιαλτικά καβούρια που τρέχουν παντού.

Το έργο ενδείκνυται για ανθρωπολογική μελέτη, όπου θα διαπιστώναμε τη μακρά επιβίωση των παθογόνων γονιδίων που μεταβιβάζονται στους νεότερους για να επαναλαμβάνουν την περιπέτεια της ζωής των παλαιότερων, με νέα σώματα, με νέα ονόματα, σε νέους τόπους, συνεχίζοντας το ανθεκτικό γίγνεσθαι της διαφθοράς. Κανένας ήρωας δεν είναι ορθός και, αν κάποιος μοιάζει, η συγγραφέας τον προσεγγίζει από την «καταραμένη» του ή έστω από την σκοτεινή του πλευρά ή απλώς την απομυθοποιητική, όπως την αδελφή της Αμαλίας, τη φιλόλογο, που είναι αδιάφορη και για την επιστήμη και για το μάθημα και για την εμφάνισή της.

Ακόμα και τα επιφανή ονόματα, που για μια στιγμή αναφαίνονται, καθώς και οι σκέψεις τους, που κάποιος εκ των ηρώων θυμάται, μοιάζουν παράταιρα και χάνουν τη λάμψη τους, σαν μαργαριτάρια πεσμένα σε βρώμικα χέρια. Στίχοι από τον «Βασιλιά της Ασίνης», ερμηνεύονται επιφανειακά από την Αμαλία, οι στίχοι του Paul Verlaine «Il pleure dans mon coeur/ Comme il pleut sur la ville», δίνονται ελαφρώς παραλλαγμένοι και λανθασμένοι και αποδίδονται στον Rimbaud (πρόκειται και για του στίχους σύνθημα της Γαλλικής Αντίστασης για την απόβαση στη Νορμανδία).

Οι «βινιέτες» δείχνουν έναν άρρωστο κόσμο που του έχει αφαιρεθεί το μακιγιάζ, η επίφαση. Δείχνουν, τα «φοβερά και ελεεινά στοιχεία του ανθρώπου», όπως λέει ο Νίτσε. Και το απόσταγμα: το χρήμα, αυτό το «κοινωνικό επινόημα», κατά τον Φρενάντο Πεσσόα, ευθύνεται για κάθε κακό. Όμως η θεία δίκη έχει τον τρόπο της. Easy come easy go λένε οι Άγγλοι, αποικιοκράτες και αυτοί, και «διαβολομαζέματα διαβολοσκορπίσματα», λέει ο ελληνικός λαός.

(Το Βιβλίο «Για τις Βενετσιάνικες Βινιέτες» της Αντωνίας Πανταζοπούλου Σακελλαρίου είναι των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ του έτους  2016)