There are no slide to show, Please make sure you have configured SlideShow correctly.

Για τα δοκίμια της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

γράφει η Μαρία Ευτυχία Τσαγανά (ΠΗΓΗ : http://frear.gr)
09.09.2016/ 01:27

γράφει η Μαρία Ευτυχία Τσαγανά (ΠΗΓΗ : http://frear.gr)

Το αίτημα της Λουκίδου, στο τελευταίο της βιβλίο, να μιλήσει για την ποίηση, για να διαρκέσει η ποίηση, την ωθεί να συμπληρώσει ένα ανθολόγιο δημιουργών από την πρωτοποριακή γενιά του 30΄ έως και την γενιά της αμφισβήτησης, του 1970. Οι ποιητές που εμπεριέχονται στο πόνημά της αυτό επιλέχθηκαν με βάση τα προσωπικά κριτήρια της δοκιμιογράφου, αποτελώντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, έναν έγκυρο χάρτη για τις αισθητικές επιλογές της ποιήτριας.

Τα είκοσι τρία δοκίμια του βιβλίου, πέραν του ότι μας δίνουν δείγματα γραφής σχεδόν μισού αιώνα νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναδεικνύουν τις λεπτές αλλαγές και τις ηχηρές μετατοπίσεις, σε θεματικό και μορφικό επίπεδο, της κάθε γενιάς, αλλά και το προσωπικό ιδιόλεκτο του εκάστοτε ποιητή. Η Λουκίδου, με οξύτατο κριτικό και ευαισθησιακό αισθητήριο και με αξιοζήλευτο ύφος, ερμηνεύει και αποσαφηνίζει ποιητικά μηνύματα και αποκωδικοποιεί τις φόρμες, χωρίς να ξεχνά να υποβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιούνται και εντάσσονται, δίνοντάς μας έτσι μια γενικότερη ιδέα για την λογοτεχνική κίνηση της εκάστοτε εποχής.

Ο Γιώργος Θέμελης, η Ζωή Καρέλλη, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και ο Γιώργος Σαραντάρης, όλοι τους οντολογικοί ποιητές, είναι τα τιμώμενα πρόσωπα των τεσσάρων πρώτων δοκιμίων της Λουκίδου. Ζώντας και δρώντας περίπου στην ίδια εποχή, εμπνέονται από σχεδόν κοινά θέματα, χωρίς όμως η ποιητική τους να χάνει το ιδιαίτερο αποτύπωμά της. Ο Θέμελης, ενώνοντας την γήινη θλίψη με την ενόραση, μετατοπίζεται στον «έτερο» χωροχρόνο, όπου προσπαθεί να ανασυντάξει την χαμένη ενότητα των όντων, μέσα από τη «φαινομενολογία του θανάτου» (σ. 11). Η «πολυεδρική ποίηση» (σ. 39) της Καρέλλη αμφιταλαντεύεται απέναντι στο υπαρξιακό ζήτημα και καταλήγει να τοποθετήσει το ποιητικό «εγώ» απέναντι στο μοιραίο και αναπόφευκτο τέλος, αλλά και πέρα από αυτό. Ο πρωτοεμφανιζόμενος το, καίριο για την νεοελληνική λογοτεχνία έτος, 1935, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αναζητά τη μία και μοναδική αλήθεια μέσα στην εκούσια υπέρβαση της φυσικής ατομικότητας και την ένωση με τον «Άλλον» (σ. 67). Ο εισηγητής του «λυρικού ρεαλισμού» (σ. 71), Γιώργος Σαραντάρης, επίσης απασχολείται από μεταφυσικές – υπαρξιακές αγωνίες, εκφράζοντας μια απροκάλυπτη επιθυμία θανάτου, η οποία μετουσιώνεται μέσω της γραφής, προσφέροντάς του την πρόσκαιρη εμπειρία του επαναπατρισμού στην πρότερη μνήμη, στην απολεσθείσα Εδέμ.

Στον πολυτραγουδισμένο Νίκο Καββαδία και τον νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη, αφιερώνει τα δύο επόμενα δοκίμιά της η συγγραφέας. Ο ποιητής των «μακρινών ταξιδιών» και των «γαλάζιων πόντων» με όπλα την ειρωνεία, τη σάτιρα και την αυτοαναίρεση πλέει προς τα μέσα αναζητώντας τη μια και μοναδική πατρίδα, την οποία ο Ελύτης τη βρίσκει στο φως το ελληνικό. Η διαύγεια του ήλιου στη λευκή πέτρα και το απέραντο αλλά «σκοτεινό» γαλάζιο, φανερώνει, σύμφωνα με τη δοκιμιογράφο, τη «νατουραλιστική διάσταση» της ποιητικής του. (σ. 91)

Αφού μας δίνει το ποιητικό πορτρέτο, με υποδειγματική συγγραφική ικανότητα, του «ποιητή των κατόπτρων», Τάκη Βαρβιτσιώτη (σ. 107 – 124) και του «ελεγειογράφου», Γιώργου Καφταντζή (σ. 125 – 137), η Λουκίδου συνεχίζει με τον κρυπτικό και αποκαλυπτικό συγχρόνως, Δ.Π. Παπαδίτσα. Μέσα από τους δρόμους της ενόρασης, από την πρόσκαιρη θητεία του στο κίνημα του υπερρεαλισμού, από τη μελέτη των αρχαίων μυστικών, των πυθαγορείων και των προσωκρατικών φιλοσόφων, ο ποιητής με λόγο ερμητικά κλειστό μιλά για την «εσωτερική βίωση του άπειρου τόπου και του αιώνιου χρόνου» (σ. 141), όπου το υλικό σώμα έλκεται και φλέγεται από τη λάμψη του αιώνιου (σ. 143).

Ο Άρης Αλεξάνδρου είναι η μοναδική περίπτωση στρατευμένης ποίησης, ανάμεσα στα είκοσι τρία δοκίμια του βιβλίου. Η στράτευση, όπως αναφέρει η δοκιμιογράφος, είναι υπέρ της ουτοπίας (σ. 152). Στρέφεται, δηλαδή, στα υπερβατικά επίπεδα της φαντασίας και της επιθυμίας, υποδηλώνοντας τη δύναμη της ποιητικής γραφής να καταλύσει τα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα και έπειτα να στηλιτεύσει την γραφή εκείνη, η οποία στοχεύει στην προπαγάνδα. Η ουτοπία του Αλεξάνδρου δεν ορίζεται από τον ποιητή, ίσως, λοιπόν, να ενσαρκώνει νέες ποιητικές μορφές ή γλώσσα, ή ακόμα και νέα ποιητική και κοινωνική συνείδηση, που θα ρέπουν στον ανθρωπισμό και την ειρήνη, συνθήκες τις οποίες αποζητά και ο Τόλης Νικηφόρου (σ. 235). Η ανάγκη του Αλεξάνδρου για την ουτοπία προϋποθέτει την αίσθηση της ματαίωσης και της αγανάκτησης, θεματολογία που συναντάμε και στον Σταύρο Βαβούρη. Η ποίησή του παίρνει το σχήμα «ανεπίδοτων επιστολών» (σ. 159) και το ποιητικό υποκείμενο υπάγεται σε μια ατέρμονη προσπάθεια αναζήτησης συνομιλητή, ώστε να πιστοποιήσει την ύπαρξή του. Τελικά καταλήγει κι αυτός στη διαπίστωση του Elyard, την οποία χρησιμοποίησε και ο Αλεξάνδρου, «Αδελφικά μόνος, αδελφικά ελεύθερος» (σ. 152).

Το πάθος πέραν της γραφής, τιτλοφορείται, το αφιερωμένο στην Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, δοκίμιο, το οποίο κάνει λόγο για την «εσωτερική ρυθμικότητα ενός λόγου, εντός του οποίου η ηθική συναντά την αισθητική, κινούμενη από τη γραφή στη σιωπή με τονισμούς ειρωνείας αλλά και τραγικότητας» (σ. 171). Ο τίτλος του δοκιμίου, συναφής με τον τίτλο του βιβλίου, μαρτυρά τις σκέψεις της Λουκίδου για το χώρο που καταλαμβάνει και την ουσία που λαμβάνει η γραφή πέρα από την ποίηση. Η σιωπή είναι η προέκταση του πάθους την οποία επικαλείται η Αγαθοπούλου. Τί περιέχει όμως το «πέραν» στον τίτλο του βιβλίου;

Η αποσαφήνιση γίνεται ευκολότερη αν ξεκινήσουμε από τη «γραφή», η οποία είναι ευκρινώς προσδιορισμένη και δεν είναι άλλη από τον ποιητικό λόγο, ο οποίος φαίνεται να υπερέχει, εφόσον αποτελεί το σημείο αναφοράς, για να οριοθετηθεί ό,τι υπάρχει πέρα από αυτόν. Με βάση τις θεωρητικές γνώσεις της μεταμοντέρνας κριτικής, η Λουκίδου ως ειδικός μελετητής, δημιουργεί ένα μετα-κείμενο, έναν μετα-λόγο, στόχος του οποίου είναι η αποσαφήνιση και η ερμηνεία του ποιητικού λόγου. Ό,τι λέγεται για την ποίηση μετά την ποίηση. Θέση, η οποία τεκμηριώνεται και από τον υπότιτλο «δοκίμια για την ποίηση», στον οποίο είναι ολοφάνερο ποια λέξη αντιστοιχεί στο «πέραν» και ποια στη «γραφή» του κύριου τίτλου.

Το «πέραν» ακόμα, μπορεί να έχει και την έννοια του βάθους και να σκιαγραφεί κατ’ αυτό τον τρόπο τη μέθοδο με την οποία εργάστηκε η ποιήτρια γι’ αυτό το βιβλίο. Την προσπάθεια καταβύθισής της, δηλαδή, στα ιδιαίτερα στοιχεία της ποιητικής των εικοσιτριών ποιητών και την ανάδειξή τους.

Όπως και να έχει, αυτό το «πέραν», ο λόγος για την ποίηση ή ο λόγος της ποίησης, είναι το στοιχείο εκείνο που θα τη διασώσει. Η Λουκίδου βιωματικά και ως κριτικός, αλλά και ως ποιήτρια, κοινωνεί με τον στίχο του Θέμελη «Καιρός ν’ αρχίσουμε να μιλούμε, για να μην πεθάνουμε».

Συνεχίζοντας, η δοκιμιογράφος περνά από τον «τεχνουργό υψηλής καλαισθησίας» (σ. 180), Ορέστη Αλεξάκη και την «διαλεκτική των αντιθέσεων», σε μια ισχυρή γυναικεία ομάδα. Την Κική Δημουλά, την ποιήτρια του ασήμαντου και του καθημερινού, στο οποίο ωστόσο κρύβονται μείζονα μυστικά· την Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου, η επαφή της οποίας με το αλλότριο και το παράλογο της κληροδότησαν μια ιδιάζουσα μεταφυσική ποιητική (σ. 210)· την Μαρία Καραγιάννη, η οποία συγχέει τον μύθο με την αλήθεια και τη μνήμη με την ψευδαίσθηση και την Αγγελάκη-Ρουκ, για την οποία συντάσσει ένα υποδειγματικό κείμενο δοκιμιακού ύφους και λόγου. Σύμφωνα με την Λουκίδου, η ποιήτρια εξαίρει τη μυσταγωγική σχέση του σώματος με τη μνήμη και τη γνώση, μέσω μιας μη ωραιοποιημένης γλώσσας, η οποία τονίζει το δυσβάσταχτο της ύπαρξης. Η μόνη διέξοδος είναι η φαντασία, για την οποία, θα λέγαμε ότι έρχεται να σώσει την ποιήτρια και τον λόγο της, ως μια άλλη ουτοπία, όπως η προαναφερθείσα του Άρη Αλεξάνδρου.

Στο δοκίμιο για τον Γεωργούση η δοκιμιογράφος, μιλώντας για την αποφθεγματικότητα της γραφής του ποιητή γράφει, «μιλώ για την ήττα του λόγου από την ίδια του την αλήθεια» (σ. 251). Ο κατακερματισμός της φράσης υποδηλώνει την αδυναμία έκφρασης του νοήματος, όπως γράφει η Λουκίδου «προκειμένου να διασώσει την αυθεντικότητά του (ο λόγος), αποδομείται και γυμνώνεται» (σ. 251). Πέραν όμως τούτου, η αποφθεγματική χρήση του λόγου, της οποίας συχνό χαρακτηριστικό είναι η ειρωνεία, οφείλεται στην ηθική αντίσταση ή στο χρέος να απεικονίσει την τραγική αλήθεια. Ο Μανόλης Πρατικάκης, με όπλο του μια γλώσσα καυστική, εκφράζει τη φρίκη της εποχής του, με τρόπο που αφανίζει την κάθε ιδέα της λυτρωτικής ουτοπίας. Αντίθετα με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος «αναζητά τη διαυγή πλευρά του σκοτεινού» (σ. 269), στρεφόμενος στη συνείδηση, με του όρους που έθεσε ο Freud.

Τα δύο τελευταία κείμενα του βιβλίου είναι αφιερωμένα στον Γιάννη Καρατζόγλου, ο οποίος «αντιστέκεται στην κατάλυση και τη φθορά, καταλύοντας ο ίδιος και φθείροντας ό,τι οριοθετεί το πεπερασμένο» (σ. 278) και στον Γιάννη Βαρβέρη. Το δεύτερο δοκίμιο αποτελείται από δύο μέρη: «Α΄ Θέατρα σκιών και άλλες μαριονέτες» και «Β΄ Ένα αντισυμβατικό παιχνίδι». Στο πρώτο σκέλος η Λουκίδου αναλύει την ικανότητα του Βαρβέρη να υποδύεται ρόλους και να καθορίζει τα δρώμενα, εφόσον ως μια και μοναδική μαριονέτα, στο θέατρο σκιών που ο ίδιος στήνει, έχει όλους τους ρόλους. Στο δεύτερο σκέλος, με «ειρωνική αυθάδεια» (σ. 314), περιπαίζει τον θάνατο με τις διαρκείς μεταμφιέσεις του. Ο ποιητής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μετέχει στην ψυχολογία των ρόλων μέσω της καβαφικής υποθετικής εμπειρίας.

Στο Πέραν της γραφής, αναδεικνύεται η κριτική ικανότητα μιας ποιήτριας που χειρίζεται τον δοκιμιακό λόγο εξίσου καλά με τον ποιητικό. Άλλωστε η συγκεκριμένη γραφή ανήκει στο υβριδικό είδος του λογοτεχνικού δοκιμίου, όπου η επιστημονική σκέψη συναντά τον λογοτεχνίζοντα λόγο· το βιβλίο βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων. Ακόμα, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κλειδί για την πόρτα της ποίησης της Λουκίδου, καθώς, πέραν του ότι μας προσανατολίζει για τις αισθητικές επιλογές της, όπως και προανέφερα, μας πληροφορεί και για θεωρητικές αναζητήσεις της ποιήτριας. Γίνεται φανερή από την πρώτη κιόλας ανάγνωση η βαθιά ενασχόληση της Λουκίδου με τα θεωρητικά κείμενα του Samuel Becket, του Herman Hesse, του Shelley κ.ά. Ακόμα στις τριακόσιες δεκαπέντε σελίδες, μπορούμε να βρούμε αρκετές αποσαφηνίσεις και ορισμούς για το αίνιγμα ποίηση. Μία από αυτές παραθέτω αντί επιλόγου:

«Διαπιστώνει κανείς πως η ποίηση δεν είναι πάντοτε αποκλειστικά ένα κρυπτικό σύστημα συμβόλων που περιβάλουν το σημαίνον και το σημαινόμενο. Λειτουργεί κάποτε ως όχημα μεταφοράς μιας ευάλωτης, άκρως εύθραυστης, γι’ αυτό και απόλυτα πληγωμένης ουσίας του όντος, με συνέπεια να μετουσιώνεται σε μια πικρή εξομολόγηση, μια ήσυχη κι αθόρυβη συμφιλίωση του δημιουργού με την αποδοχή της ταυτότητάς του και ίσως και της ήττας του» (σ. 277).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]